μαστίγιο

μαστίγιο
Λεπτή μάστιγα, καμουτσίκι, βούρδουλας. Στη βιολογία μ. ονομάζεται η κυτταρική προέκταση βακτηρίων, πρωτόζωων και σπερματοζωαρίων των περισσοτέρων ζωικών οργανισμών και ορισμένων κατώτερων φυτικών οργανισμών, η οποία εξυπηρετεί την κίνησή τους. Τα μ. έχουν διάμετρο περίπου 0,25 μικρόμετρα και μήκος μέχρι 200 μικρόμετρα. Ο αριθμός τους ανά κύτταρο μπορεί να ποικίλει, αλλά συνήθως είναι ένα ή δύο. Η διάταξη του μ. των ευκαρυωτικών κυττάρων χαρακτηρίζεται ως 9+2· δηλαδή συνίσταται από εννέα δυάδες μικροσωληνίσκων κυλινδρικά διατεταγμένων γύρω από δύο μονούς κεντρικούς μικροσωληνίσκους. Αποκλίσεις από αυτήν τη διάταξη παρατηρούνται σε σπερματοζωάρια εντόμων, όπου η διάταξη μπορεί να είναι 9+0 ή 9+7, και στα σπερματοζωάρια πλατυελμίνθων, όπου η διάταξη είναι 9+1. Από τους διπλούς μικροσωληνίσκους, ο ένας αποτελείται από 13 πρωτοϊνίδια, ενώ ο δεύτερος από 10 ή 11 και σε εγκάρσια τομή έχουν τη μορφή του αριθμού 8. Η παρατήρηση με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο αποκαλύπτει ότι το μ. ξεκινάει από το εσωτερικό του κυττάρου και διέρχεται μέσω της κυτταρικής μεμβράνης· κύρια εσωτερική δομή του μ. είναι το αξόνημα. Η κίνηση του μ. είναι κυματοειδής και περιλαμβάνει κάμψη σε διάφορα σημεία του. Απαραίτητη προϋπόθεση για την κίνηση είναι η παρουσία τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP). Τα μ. των βακτηρίων διαφέρουν από τα μ. των ευκαρυωτικών κυττάρων και αποτελούνται από την πρωτεΐνη μαστιγίνη. Το βακτηριακό μ. αποτελείται από τρία κύρια μέρη, το νήμα, όπου οι πρωτεϊνικές υπομονάδες της μαστιγίνης είναι ελικοειδώς διατεταγμένες ώστε να αφήνουν ένα κοίλο εσωτερικό χώρο, το άγκιστρο, ένα τμήμα μικρού μήκους που βρίσκεται κοντά στη βάση του μ., και το βασικό σωμάτιο, που αποτελείται από ένα σύστημα δακτυλίων και έρχεται σε επαφή με την κυτταρική μεμβράνη και το κυτταρικό τοίχωμα του βακτηρίου. Η κίνηση στα βακτήρια πιστεύεται ότι επιτυγχάνεται μέσω περιστροφής του μ., σαν προπέλα. Τα μ. επιτελούν λειτουργίες ζωτικής σημασίας και στον άνθρωπο, για τον λόγο αυτό έχουν περιγραφεί διάφορες κληρονομικές ασθένειες με βάση διαταραχές στη δομή των μ., όπως είναι η στειρότητα των αρσενικών, η οποία οφείλεται σε ακινησία των σπερματοζωαρίων.
* * *
το (Α μαστίγιον)
μικρή μάστιγα, καμ(ου)τσίκι («το μαστίγιο τού ιππέα»)
νεοελλ.
1. μτφ. (για προφορικό ή γραπτό λόγο) δριμύς, καυστικός, ανελέητος («ο λόγος που εκφώνησε ο πρωθυπουργός ήταν αληθινό μαστίγιο κατά τών τρομοκρατικών οργανώσεων»)
2. φρ. «με το μαστίγιο» — με την άσκηση ή την απειλή βίας
3. βιολ. α) κινητό νημάτιο, μοναδικό ή πολλαπλό, που εκφύεται από την επιφάνεια πολλών κυττάρων, πρωτοζώων, βακτηρίων
β) το τελικό άρθρο τών κεραιών τών εντόμων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μάστιξ, -ιγος + υποκορ. κατάλ. -ιον].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • μαστίγιο — το μικρή δερμάτινη λουρίδα δεμένη σε ξύλο με την οποία χτυπούν τα ζώα για να τρέχουν, το καμουτσίκι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαστιγοφόρα ή μαστιγωτά — Ομοταξία πρωτοζώων, που χαρακτηρίζονται από την παρουσία ενός ή περισσότερων μαστιγίων ως οργανίδια κίνησης, τουλάχιστον σε κάποιο στάδιο της ζωής τους. Τα μ. θεωρούνται τα πιο πρωτόγονα από όλες τις ομάδες των πρωτοζώων. Αποτελούν έναν σύνδεσμο… …   Dictionary of Greek

  • βούνευρο — το (Μ βούνερον) 1. μαστίγιο από δέρμα βοδιού 2. το γεννητικό μόριο του ταύρου, που χρησιμοποιείται ως μαστίγιο …   Dictionary of Greek

  • ιμάντας — Όργανο σε σχήμα ατέρμονης ταινίας, το οποίο χρησιμοποιείται για να μεταδίδει την περιστροφική κίνηση από έναν άξονα σε έναν άλλο. Για τον σκοπό αυτό, o ι. αναπτύσσει τριβή πάνω σε τροχαλίες που συνδέονται σταθερά με τους άξονες. Η κινητήρια… …   Dictionary of Greek

  • λεϊσμανία — (Leishmania). Γένος μαστιγοφόρων πρωτοζώων της οικογένειας των τρυπανοσωμιδών, της τάξης των κινητοπλαστιδίων. Πρόκειται για ενδοκυτταρικά παράσιτα των ιστών των σπονδυλοζώων που μεταβιβάζονται από αιμοφάγα έντομα των γενών Phlebotomus και… …   Dictionary of Greek

  • μάραγνα — η (Α μάραγνα και σμάραγνα) νεοελλ. το μαστίγιο που χρησιμοποιείται από τους ιπποδαμαστές για τον δαμασμό τών ίππων αρχ. μαστίγιο («μάραγνα μάστιξ, ῥάβδος, ταυρεία», Ησύχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαζί με την αντίστοιχη της συριακή māragnā είναι παράλληλα… …   Dictionary of Greek

  • μάστιγα — η (AM μάστιξ, ιγος, Α ιων. τ. μάστις, ιος) 1. λουρί δεμένο σε ραβδί με το οποίο χτυπούν τα υποζύγια για να τρέξουν, μαστίγιο, καμ(ου)τσίκι («τοῡ ἵππου τὴν μάστιγα», Ηρόδ.) 2. μτφ. μεγάλη συμφορά, μεγάλο κακό, καταστροφή, κοινωνική πληγή (α. «Διὸς …   Dictionary of Greek

  • πλάστιγγα — η / πλάστιγξ, ιγγος, ΝΜΑ, ιων. τ. πλήστιγξ Α ο καθένας από τους δίσκους τού ζυγού, τής ζυγαριάς νεοελλ. 1. είδος ζυγού μεγάλων διαστάσεων κατάλληλου για το ζύγισμα βαρέων σωμάτων 2. φρ. «η πλάστιγγα κλίνει» ή «η πλάστιγγα γέρνει» λέγεται στις… …   Dictionary of Greek

  • φραγγέλιο — το / φραγγέλιον, ΝΜΑ, και φραγέλιον και φραγέλλιον ΜΑ μαστίγιο από πλεγμένα σχοινιά ή λουριά (α. «σέ δέρνουν ποια φραγγέλια, καρδιά!», Παλαμ. β. «καὶ ποιήσας φραγγέλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῡ ἱεροῡ», ΚΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. flagellum… …   Dictionary of Greek

  • Βενεζουέλα — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Στα Β βρέχεται από την Καραϊβική θάλασσα και από τον Ατλαντικό ωκεανό, Δ συνορεύει με την Κολομβία, Ν με τη Βραζιλία και Α με τη Γουιάνα.Η Β. έχει καλά καθορισμένα σύνορα. Μόνο τα σύνορα με τη Γουιάνα αμφισβητούνται από …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”